Κριτική του βιβλίου «Οι κεραίες του σαλιγκαριού»

Κατηγορία δημοσίευσης: Κριτικές

H Αλεξάνδρα Μητσιάλη μας μεταφέρει σκέψεις και εντυπώσεις της από το νέο βιβλίο της Λιάνας Βραχλιώτη.

Είναι συγγραφέας και το 2015 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο νεανικού – εφηβικού μυθιστορήματος.

«Οι κεραίες του σαλιγκαριού» το τελευταίο βιβλίο της Λιάνας Βραχλιώτη είναι πολυπρόσωπο, έχει  καλοδουλεμένη, γρήγορη πλοκή, χρησιμοποιεί διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους, διαθέτει δραματικές κορυφώσεις και τηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο από την αρχή ως το τέλος.

Η Παναγιώτα Ξένου, η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, αφηγείται την ιστορία της ζωής της σε πρώτο πρόσωπο και σε παρελθοντικούς χρόνους. Αφηγείται από τα χρόνια της ωριμότητάς της –την ενήλικη οπτική γωνία- προς την παιδική και νεανική της ηλικία και στην πορεία φτάνει να αφηγείται το πολύ πρόσφατο παρελθόν της που σχεδόν ταυτίζεται με το παρόν, ενώ αφήνει αδιευκρίνιστο, απρόβλεπτο για τον αναγνώστη το μέλλον. Επομένως όσα γνωρίζουμε για τα γεγονότα μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα παρουσιάζονται από την ιδιαίτερη οπτική γωνία της Παναγιώτας Ξένου. Την αφηγηματική κάμερα την κρατά στα χέρια της η ίδια και μαθαίνουμε για την ιστορία της όσα εκείνη θέλει να μας επιτρέψει να γνωρίζουμε.  

Σε αυτήν όμως την προσωπική ιστορία εμπλέκονται πολλοί άλλοι άνθρωποι κι αυτό γιατί η ηρωίδα της Λιάνας Βραχλιώτη είναι με ένα ιδιαίτερο, αναγκαστικό τρόπο, θα έλεγα, κοινωνική. Η εγκατάλειψη από τους γονείς της σε ένα βρεφοκομείου όταν ήταν ακόμα νεογέννητο είχε ως αποτέλεσμα να ζήσει έκτοτε τη ζωή της ανάμεσα και μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους, στο ορφανοτροφείο αρχικά, στο γηροκομείο όπου βρήκε δουλειά στη συνέχεια και τέλος στον οίκο ευγηρίας που έφτιαξε η ίδια στο σπίτι που της κληροδότησε ένας ηλικιωμένος, τον οποίο περιέθαλψε με αφοσίωση για να ανταποδώσει τις ευεργεσίες που είχε δεχτεί και η ίδια από ανθρώπους που είχαν βρεθεί στο δρόμο της.

Το πλήθος αυτό των ανθρώπων που πάντοτε την περιστοίχιζαν έκρυβε κατά κάποιον τρόπο τη μοναξιά της και συνιστούσε ταυτόχρονα την παράξενη αυτή ιδρυματική αλυσίδα των φροντίδων και των περιποιήσεων που απάλαιναν τον πόνο της ορφάνιας της και που αποτέλεσαν σταδιακά «οικείους χώρους μέσα στους οποίους αισθανόμουν άνετα», όπως λέει η ίδια. Ο εθισμός σε αυτήν την ιδρυματική ζωή, στον περιορισμένο πάντα οριοθετημένο χώρο, στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, στη δεδομένη συγκατοίκηση, την εμπόδισαν να εξερευνήσει τη ζωή παραπέρα, να αναζητήσει άλλα περιβάλλοντα, να πειραματιστεί με διαφορετικές επιλογές. Εσωστρεφής και συγκρατημένη γινόταν ακόμα περισσότερο ανασφαλής από ένα «μειονέκτημα» που κουβαλούσε πάνω της και προσπαθούσε πάντα με μεγάλη επιμέλεια να κρύψει: ένα έγκαυμα σε ολόκληρο το σώμα της που συνέβη όταν, πέντε χρονών, έπεσε στο καζάνι όπου έβραζε στο ορφανοτροφείο το νερό για την μπουγάδα.

Παρότι πολλαπλά σημαδεμένη, όμως, η Παναγιώτα Ξένου δεν είναι μια αδύναμη και αποθαρρημένη προσωπικότητα. Κατορθώνει με τον τρόπο της να δημιουργήσει ένα δικό της χώρο, έναν οίκο ευγηρίας για λίγους και εκλεκτούς, τον οποίο οργανώνει, διευθύνει και μέσα στον οποίο ζει. Σε αυτό τον χώρο θα γνωριστεί και με τον άντρα που θα βάλει στη ζωή της αυτό από το οποίο εκείνη προσπαθεί με τόση φροντίδα να προφυλαχτεί: τον έρωτα. Βέβαια ο δρόμος γι’ αυτόν τον έρωτα είναι στρωμένος με τα αγκάθια των προδιαγραφών της: φόβος, ντροπή, αναστολές, σιωπή.

Η Λιάνα Βραχλιώτη χτίζει αργά και σταθερά το άνοιγμα της ηρωίδας της  προς τον έξω κόσμο και την ίδια στιγμή προς τις βαθύτερες ανάγκες της. Το άνοιγμα αυτό, όμως, δεν πέφτει σαν ώριμο φρούτο επί τη εμφανίσει του γοητευτικού αρσενικού, όπως στις ρομαντικές ιστορίες μαζικής κατανάλωσης αλλά μέσα από ψυχικές υπόγειες διαδρομές, εσωτερικές συγκρούσεις, αρνήσεις, ξετυλίγματα και αναδιπλώσεις, επιθυμίες και συμβιωτικούς δισταγμούς, μέσα από και με τη βοήθεια εξωτερικών παραγόντων και προσώπων που νοιάζονται για την ηρωίδα, όπως εκείνη νοιάζεται γι’ αυτούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσωπικότητα του Στάθη, του άντρα που εμφανίζεται στη ζωή της Παναγιώτας Ξένου και τον οποίο η Λιάνα Βραχλιώτη δεν σκιαγραφεί με τρόπο συνηθισμένο. Είναι ένα πρόσωπο αντισυμβατικό, δημιουργικό, με ανθρωπιά, με ανατρεπτικές ιδέες. Με αυτές σαν κίνητρο επινοεί ένα τρόπο, στην ουσία κατασκευάζει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει την Παναγιώτα Ξένου να λύσει τη σιωπή της, να ξεπεράσει τους φόβους της και να μιλήσει για τον εαυτό της.

Ο ψυχολόγος Στάθης, όπως έχει εξελιχθεί στο μεταξύ, στήνει ένα group therapy, θα λέγαμε με σύγχρονους όρους, και μέσα σε αυτό μια παγίδα για την Παναγιώτα Ξένου, μια παγίδα γεμάτη αυτοδιηγητικές αφηγήσεις, προσωπικές εξομολογήσεις όσων συμμετέχουν που σφίγγουν γύρω της ένα κλοιό ειλικρίνειας και συμφιλίωσης με τη ζωή και με ό,τι κουβαλάει ο καθένας μέσα του και την προκαλούν.

Η Λιάνα Βραχλιώτη θέλει τη ζωή αισιόδοξη, το προσωπικό δράμα να μεταστοιχειώνεται σε παρηγορητικά συναισθήματα αλλά και σε μονοπάτια που οδηγούν σε ξέφωτα μέσα από τα οποία οι άνθρωποι μπορούν να δουν αλλιώτικα τη ζωή. Ό,τι και να κρύβει μέσα στο καβούκι του το σαλιγκάρι, οι κεραίες του λειτουργούν θετικά προς τη ζωή, συλλαμβάνουν τα μηνύματά της και μπορεί αργά και κοπιαστικά αλλά κατά φέρνει να διανύσει την αναγκαία απόσταση.

Tags: